δέσμιος

ὁ δέσμιος ['связанный'] ≃ узник, заключенный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "δέσμιος" в других словарях:

  • δέσμιος — binding masc nom sg δέσμιος binding masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσμιος — α, ο (AM δέσμιος, ία, ιον Α και ος, ον) [δεσμός] 1. δεμένος με δεσμά, δεσμώτης 2. αυτός που δεν έχει ελευθερία δράσεως, ο υποχείριος («δέσμιος τών δανειστών του», «δέσμιοι του σκότους») αρχ. μσν. απόλυτα αφοσιωμένος («Παῡλος δέσμιος Χριστοῡ») αρχ …   Dictionary of Greek

  • δέσμιος — α, ο 1. κρατούμενος δεμένος με χειροπέδες, φυλακισμένος: Μεταφέρθηκε δέσμιος από τις φυλακές στα δικαστήρια. 2. ψυχολογικά αιχμάλωτος και υπόδουλος σε κάτι από το οποίο δεν έχει τη δύναμη να απαλλαγεί: Δυστυχεί όποιος είναι δέσμιος των παθών του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεσμιώτατος — δέσμιος binding masc nom superl sg δέσμιος binding masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίους — δέσμιος binding masc acc pl δέσμιος binding masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσμιοι — δέσμιος binding masc nom/voc pl δέσμιος binding masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίης — δέσμιος binding fem gen sg (epic ionic) δεσμίας worthy of bonds masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσμιαι — δέσμιος binding fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσμιον — neut nom/voc/acc sg δέσμιος binding masc acc sg δέσμιος binding neut nom/voc/acc sg δέσμιος binding masc/fem acc sg δέσμιος binding neut nom/voc/acc sg δεσμέω undergo ankylosis imperf ind act 3rd pl (doric) δεσμέω undergo ankylosis imperf ind act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίων — δέσμιον neut gen pl δέσμιος binding fem gen pl δέσμιος binding masc/neut gen pl δέσμιος binding masc/fem/neut gen pl δεσμέω undergo ankylosis pres part act masc nom sg (doric) δεσμεύω fetter pres part act masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Variantes textuelles du Nouveau Testament — Les variantes textuelles sont les altérations d’un texte qui surviennent par propagation des erreurs (intentionnelles ou accidentelles) des copistes. Ces altérations peuvent être la suppression ou la répétition d’un mot, ce qui arrive lorsque… …   Wikipédia en Français

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.